Στη
σύγχρονη εποχή, πολλοί παρουσιάζουν το heavy metal ως μια μουσική φυγής,
απολιτική, βυθισμένη στη φαντασία και αποκομμένη από την πραγματικότητα. Κι
όμως, αν επιστρέψει κανείς στη δεκαετία του 1980, θα διαπιστώσει ότι τα
μεγαλύτερα συγκροτήματα του είδους – οι Judas Priest και οι Iron Maiden – όχι
μόνο δεν ήταν απολιτικά, αλλά αντίθετα αποτύπωσαν με οξύτητα την κοινωνική,
οικονομική και πολιτική κρίση της εποχής. Η metal δεν ήταν απόδραση. Ήταν
αντίδραση. Ήταν η φωνή της εργατικής τάξης, της νεολαίας που ασφυκτιούσε, των
ανθρώπων που ένιωθαν ότι το σύστημα τους είχε εγκαταλείψει.
Η
εποχή της Μάργκαρετ Θάτσερ, που κυβέρνησε τη Βρετανία από το 1979 έως το 1990,
υπήρξε μία από τις πιο μεταμορφωτικές αλλά και διχαστικές περιόδους της
σύγχρονης βρετανικής ιστορίας. Η πολιτική της στηρίχθηκε σε σκληρό οικονομικό φιλελευθερισμό,
απορρύθμιση, ιδιωτικοποιήσεις και μετωπική σύγκρουση με τα συνδικάτα. Η ανεργία
εκτοξεύτηκε, ολόκληρες βιομηχανικές περιοχές κατέρρευσαν, η κοινωνική συνοχή
δοκιμάστηκε. Παράλληλα, η νίκη στον πόλεμο των Φώκλαντ, η στήριξη του
χρηματοπιστωτικού τομέα και η αδυναμία της αντιπολίτευσης της επέτρεψαν να
παραμείνει στην εξουσία επί έντεκα χρόνια. Η δημοκρατία δεν καταλύθηκε, αλλά
πιέστηκε: η αστυνομία ενισχύθηκε, οι απεργίες καταστάλθηκαν, η τοπική
αυτοδιοίκηση αποδυναμώθηκε και η κοινωνία πολώθηκε όσο ποτέ.
Μέσα
σε αυτό το περιβάλλον, η metal δεν μπορούσε παρά να γίνει ο καθρέφτης της
εποχής. Τον Απρίλιο του 1980, οι Judas Priest κυκλοφόρησαν το “British Steel”,
έναν δίσκο που αποτύπωνε την ψυχολογία της εργατικής τάξης. Το “Breaking the
Law” δεν γράφτηκε ως κάλεσμα σε παρανομία, αλλά ως περιγραφή της απελπισίας
ενός ανθρώπου που έχει χάσει δουλειά, προοπτική και αξιοπρέπεια. Οι στίχοι του
είναι ρεαλιστικοί, σχεδόν δημοσιογραφικοί: ανεργία, περιπλάνηση, θυμός, αίσθηση
εγκατάλειψης. Το τραγούδι εκφράζει την ιδέα ότι όταν η κοινωνία δεν τηρεί το
δικό της συμβόλαιο με τον πολίτη, ο πολίτης παύει να νιώθει δεσμευμένος από
τους κανόνες της. Δεν είναι ύμνος στην παρανομία, αλλά ύμνος στην αντίσταση
απέναντι σε μια άδικη πραγματικότητα. Παρά τον τίτλο του, δεν προκάλεσε
διώξεις· παρεξηγήθηκε, σχολιάστηκε, αλλά δεν απαγορεύτηκε. Ήταν όμως ηχηρό
σημάδι ότι η metal είχε αρχίσει να μιλάει για την εποχή της.
Ένα
μήνα αργότερα, τον Μάιο του 1980, οι Iron Maiden κυκλοφόρησαν το single
“Sanctuary”. Αν το “Breaking the Law” ήταν η εσωτερική φωνή της απελπισίας, το
“Sanctuary” ήταν η εξωτερική εικόνα της σύγκρουσης. Το εξώφυλλο του single
προκάλεσε σάλο: ο Eddie, η μασκότ της μπάντας, απεικονίζεται να στέκεται πάνω
από το σώμα μιας γυναίκας που μοιάζει ξεκάθαρα με τη Μάργκαρετ Θάτσερ, η οποία
κρατά μια σκισμένη αφίσα των Iron Maiden. Η εικόνα δεν ήταν κάλεσμα σε βία,
αλλά πολιτική σάτιρα, όπως τα σκίτσα των εφημερίδων. Η Θάτσερ εμφανίζεται ως
προσωποποίηση της λογοκρισίας και της καταστολής, ενώ ο Eddie συμβολίζει τη
νεολαία που αντιστέκεται. Το εξώφυλλο δεν απαγορεύτηκε από το κράτος, αλλά
πολλά καταστήματα αρνήθηκαν να το πουλήσουν και σε ορισμένες χώρες κυκλοφόρησε
λογοκριμένη εκδοχή. Η νεολαία όμως το αγκάλιασε με ενθουσιασμό: έγινε αφίσα σε
δωμάτια, σύμβολο αντίστασης, εικόνα ταύτισης. Ήταν η στιγμή που η Θάτσερ
μετατράπηκε επίσημα στον “villain” της βρετανικής μουσικής κουλτούρας.
Οι
στίχοι του “Sanctuary”, αν και αφηγούνται μια ιστορία καταδίωξης, συνδέονται
άμεσα με το εξώφυλλο. Ο αφηγητής ζητά καταφύγιο από τον νόμο, όπως και ο Eddie
στο εξώφυλλο φαίνεται να συγκρούεται με την προσωποποίηση της εξουσίας. Όπως
και στο “Breaking the Law”, ο “νόμος” δεν είναι νομική έννοια, αλλά σύμβολο
κοινωνικής αδικίας και καταστολής. Η επαναλαμβανόμενη αναφορά στον νόμο και στα
δύο τραγούδια δεν είναι τυχαία: αντικατοπτρίζει μια εποχή όπου η νεολαία ένιωθε
ότι η εξουσία δεν την προστατεύει, αλλά την κυνηγά.
Τόσο
οι Judas Priest όσο και οι Iron Maiden έγραψαν κι άλλα τραγούδια επηρεασμένα
από την εποχή. Οι Priest μίλησαν για επιτήρηση, κοινωνική πίεση και θυμό σε
κομμάτια όπως το “Electric Eye”, το “Grinder” και το “The Rage”. Οι Maiden, από
την πλευρά τους, συνέχισαν να σχολιάζουν την κοινωνία και την πολιτική μέσα από
ιστορικές και αλληγορικές αφηγήσεις, από το “The Prisoner” μέχρι το “2 Minutes
to Midnight” και το “Wasted Years”. Η δισκογραφία τους είναι γεμάτη από εικόνες
φυγής, καταδίωξης, σύγκρουσης με την εξουσία και αίσθησης ότι ο κόσμος αλλάζει
βίαια.
Η
metal της δεκαετίας του 1980 δεν ήταν απολιτική. Ήταν ηχηρό ντοκουμέντο μιας
κοινωνίας σε κρίση. Ήταν η φωνή των ανθρώπων που ένιωθαν ότι δεν έχουν μέλλον,
ότι κανείς δεν τους ακούει, ότι ο νόμος δεν τους προστατεύει. Το “Breaking the
Law” και το “Sanctuary” δεν είναι απλώς δύο τραγούδια. Είναι δύο όψεις της
ίδιας εποχής: η εσωτερική κραυγή της απελπισίας και η εξωτερική εικόνα της
σύγκρουσης. Μαζί, αποτελούν ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα του πώς
η μουσική μπορεί να γίνει καθρέφτης της ιστορίας.
Νικόλαος
Παραστατίδης

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου