Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2026

REVIEW: FATES WARNING, No Exit

 


FATES WARNING, No Exit (1988)


Metal Blade Records


Η θεωρία της χρυσής τομής


Η εποχή του John Arch έληξε μετά το συνταρακτικό Awaken the Guardian. Αυτό είναι το ακόλουθο, τέταρτο άλμπουμ των Αμερικανών Progressive (εδώ και Power ακόμη) Metal θεών, με τον κύριο Ray Alder στο μικρόφωνο, από τότε και μέχρι το τέλος των αιώνων (δηλαδή ως σήμερα) στη θέση του στο συγκρότημα.


Ένα πραγματικό διαμάντι στη δισκογραφία τους και, κατά τη γνώμη μου, το πιο βαρύ Prog Metal άλμπουμ που έχει βγει ποτέ από οποιοδήποτε συγκρότημα! Προφανώς, είναι το πιο αγαπημένο μου άλμπουμ τους και σίγουρα δεν είμαι ο μόνος που το αναφέρει.


Μέγιστα σε απόδοση, σύνθεση και διάρκεια, κομμάτια όπως τα No Exit, Anarchy Divine, Shades of Heavenly Death και το έπος των επών, The Ivory Gate of Dreams, είναι από ανεπανάληπτα έως μυθικά.


Ο Ελληνοαμερικανός κιθαρίστας-μάγος Jim Matheos, σταθερά στην ηγετική κεφαλή τους, αποδίδει κιθαριστικά στο μέγιστο εδώ, έχοντας πάντα μαζί του στις δεύτερες κιθάρες τον Frank Aresti. Ο Steve Zimmerman στα κρουστά και ο Joe DiBiase στο μπάσο, στον ρυθμικό τομέα, σφραγίζουν την παντοτινή τελειότητα του δίσκου αυτού.


English:



The Golden Ratio Theory


The John Arch era came to an end after the staggering Awaken the Guardian. This is the fourth album to follow, and the next chapter from these American Progressive Metal gods—Power Metal as well, at this stage—with Mr. Ray Alder taking over on vocals and remaining behind the microphone ever since, right through to the end of time (meaning, to this day).


A true gem in their discography and, in my opinion, the heaviest Prog Metal album ever released by any band! Needless to say, it is my personal favorite album of theirs, and I am certainly not the only one to hold it in such regard.


Tracks that reach the highest levels in performance, songwriting, and sheer length, such as No Exit, Anarchy Divine, Shades of Heavenly Death, and the epic of epics, The Ivory Gate of Dreams, range from simply unforgettable to downright legendary.


Greek-American guitar wizard Jim Matheos, firmly at the helm of the band, delivers some of his finest guitar work here, with Frank Aresti consistently by his side on second guitar. Steve Zimmerman on drums and Joe DiBiase on bass, forming the rhythmic backbone, complete and seal the timeless perfection of this record.


Τάκης "Ε-Μortal One" Γιώτης


REVIEW: ARTIZAN – Curse of the Artizan

 


ARTIZAN – Curse of the Artizan (2011)


Pure Steel Records


Curse of the Artizan is the first full-length album from this U.S. metal band, following their self-titled EP, released in 2010. Some of the band's members have also played in LEVIATHAN, a known progressive/power metal band.


ARTIZAN's style can be described as technical U.S. power metal, with strong guitar work, powerful drumming and well-developed songwriting. The production is very good, giving the instruments and vocals enough clarity without taking away from the power of the songs. The vocals are particularly strong, while the songwriting manages to maintain the listener's interest throughout the album.



The guitar work is another major strength, combining technical elements with memorable ideas, while the drumming provides the songs with a powerful rhythmic foundation. Among my favourite tracks are "Rise", "Fire", "Game within a Game" and "The Curse of the Artizan"—practically half of the album—which gives a good indication of how consistently strong I find the material.


Overall, Curse of the Artizan is a very good debut and, for me, one of the better metal albums released in 2011. Pure Steel Records had released several strong albums around this period, but ARTIZAN's debut is one of the releases that stands out most. Fans of technical U.S. power metal should certainly give it a listen, while followers of other metal styles may also find something worthwhile in its combination of technical musicianship, melody and power.


Ioannis Kaskamanidis


Eusapia Release New EP

 


American post-black metal project Eusapia have released their new EP, Thin Cities / Desert Festival. The release was recorded at the band’s home studio and mixed and mastered by Chris Toy.


Formed in Washington State in 2013 and emerging from the foundations of the solo project Somnium, Eusapia is a studio-focused blackened post-metal project based in the Cascade Mountains. The band combines post-black metal, doom, blast beats and shoegaze-influenced atmospheres, reflecting the sound and character of the Pacific Northwest.


The current lineup features Somnium on bass and vocals, Cleopatra the Alchemist on guitars and vocals, Deenie on drums, and guitarists Chazdyn and Frank Keeler.


Thin Cities / Desert Festival follows the band’s Formless EP, released in 2024, and marks the latest addition to Eusapia’s evolving discography.


Ο Γενναίος Ιππότης Παρνταγιάν


Ο Αναρχικός Σωματοφύλακας… Για την ακρίβεια, Ιππότης.

Ναι, αναφέρομαι στον «Γενναίο Ιππότη Παρνταγιάν», την ελληνική παιδική/νεανική διασκευή του κλασικού ιστορικού και περιπετειώδους μυθιστορήματος Le Chevalier de Pardaillan του Γάλλου συγγραφέα Μιχαήλ Ζεβακό (Michel Zevaco, 1860–1918). Ένας ήρωας που, παρά τον τίτλο του και την εποχή στην οποία κινείται, κάθε άλλο παρά τυπικός «ιππότης» είναι.


Και βέβαια, το όνομα του ήρωα δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο. Παρνταγιάν· ένα όνομα που, τουλάχιστον στα δικά μου μάτια, παραπέμπει σχεδόν αυθόρμητα στον Ντ' Αρτανιάν. Μάλιστα, όταν παρήγγειλα το βιβλίο, για κάποιο λόγο διάβασα… «Νταρτανιάν» και χρειάστηκε να το ξαναδώ για να συνειδητοποιήσω ότι πρόκειται για τον Παρνταγιάν!


Η ομοιότητα, βέβαια, μάλλον δεν είναι τυχαία. Είναι δύσκολο να μην τη δει κανείς ως έναν μικρό φόρο τιμής στον κλασικό ήρωα του Αλέξανδρου Δουμά. Και οι δύο κινούνται σε έναν κόσμο ίντριγκας, μονομαχιών, πολιτικών συγκρούσεων και αδιάκοπης περιπέτειας, έχοντας ως κοινό στοιχείο έναν ήρωα που διαθέτει θάρρος, προσωπική ανεξαρτησία και έναν ιδιαίτερο κώδικα τιμής.


Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και το ιστορικό πλαίσιο του βιβλίου. Η ιστορία εκτυλίσσεται στη Γαλλία την εποχή των Θρησκευτικών Πολέμων (1562–1598), μιας μακράς και ιδιαίτερα βίαιης σύγκρουσης ανάμεσα στους Καθολικούς και τους Ουγενότους, όπως αποκαλούνταν οι Γάλλοι Προτεστάντες, κυρίως οπαδοί του Καλβινισμού. Οι θρησκευτικές διαφορές σύντομα μπλέχτηκαν με τις πολιτικές και δυναστικές αντιπαραθέσεις, οδηγώντας τη χώρα σε διαδοχικούς εμφύλιους πολέμους, σφαγές και πολιτικές ίντριγκες.


Το βιβλίο μάς μεταφέρει σε μια από τις πιο ταραγμένες στιγμές αυτής της περιόδου, λίγο πριν από τη Νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου, στις 24 Αυγούστου 1572, όταν το Παρίσι έγινε το σκηνικό μιας από τις πιο φρικτές θρησκευτικές σφαγές της ευρωπαϊκής ιστορίας. Η δολοφονία πολλών Ουγενότων, που ακολούθησε τον γάμο του Προτεστάντη Ερρίκου της Ναβάρας με τη Μαργαρίτα των Βαλουά, αποτέλεσε την κορύφωση ενός κλίματος φόβου, καχυποψίας και πολιτικής συνωμοσίας.


Μέσα σε αυτό το σκηνικό κινείται ο Παρνταγιάν: ένας ιππότης που βρίσκεται ανάμεσα σε βασιλιάδες, ευγενείς, θρησκευτικούς φανατικούς και συνωμότες, αλλά μοιάζει να υπακούει περισσότερο στον δικό του κώδικα τιμής και δικαιοσύνης παρά στις παρατάξεις της εποχής.


Είναι μια εποχή αντιφάσεων. Από τη μια, η Αναγέννηση, η ανακάλυψη του ανθρώπου, η αμφισβήτηση των παλιών βεβαιοτήτων και η σταδιακή απελευθέρωση του ανθρώπινου πνεύματος από τα δεσμά των δογμάτων. Από την άλλη, μια εποχή βίαιου θρησκευτικού φανατισμού και απόλυτου δογματισμού, όπου η διαφορετική πίστη μπορούσε να αποτελέσει λόγο για διωγμό, βασανισμό και θάνατο.


Ο Ζεβακό αποδίδει αυτή την αντίφαση με εξαιρετικό τρόπο. Χαρακτηριστική είναι η φράση του ότι «οι Γάλλοι ήταν περισσότερο δεισιδαίμονες παρά Χριστιανοί», αλλά και μια υπέροχη σκηνή με το άγαλμα του Ιπποκράτη, το οποίο μετατρέπεται σε άγαλμα αγίου. Δεν θα αποκαλύψω περισσότερα, γιατί πρόκειται για μια σκηνή που πραγματικά αξίζει να τη διαβάσει κανείς μέσα στο βιβλίο.


Και μέσα σε αυτόν τον κόσμο εμφανίζεται ο Παρνταγιάν. Ένας άνθρωπος βαθιά ανεξάρτητος, που διαθέτει τον δικό του κώδικα τιμής, υπερασπίζεται το δίκαιο και την αλήθεια, δεν υποτάσσεται σε δόγματα και δεν προσκυνά κανέναν άρχοντα ή βασιλιά. Έχει, ταυτόχρονα, εκείνον τον έντονο ρομαντισμό του ανθρώπου που επιλέγει να παραμείνει ελεύθερος, ακόμη κι όταν αυτό τον φέρνει αντιμέτωπο με τους ισχυρούς.


Και ίσως γι’ αυτό, για μένα, ο Παρνταγιάν είναι κάτι περισσότερο από ένας γενναίος ιππότης. Φαντάζει ως ο εκπρόσωπος της Αναγέννησης μέσα σε έναν κόσμο που ακόμη ασφυκτιά από τον Μεσαίωνα. Είναι ο άνθρωπος που αρνείται να δεχθεί την αλήθεια επειδή του την επέβαλαν και επιλέγει να σκέφτεται, να κρίνει και να πράττει με βάση τη δική του συνείδηση.


Και αν κάποιος θεωρήσει ότι πρόκειται απλώς για ένα παλιό παιδικό ή νεανικό ανάγνωσμα, μάλλον θα εκπλαγεί. Το βιβλίο έχει δράση, γρήγορο ρυθμό, μονομαχίες, ίντριγκες, προδοσίες και συνεχείς ανατροπές και, όσο προχωρά η ιστορία, κάθε άλλο παρά παιδικό μοιάζει.


Οι χαρακτήρες του, μάλιστα, είναι τέτοιοι που ακόμη και ο συγγραφέας του Game of Thrones θα μπορούσε να τους ζηλέψει. Και αν έπρεπε να ξεχωρίσω έναν, αυτός θα ήταν χωρίς δεύτερη σκέψη η Αικατερίνη των Μεδίκων. Μια γυναίκα που δεν βρίσκεται απλώς στο περιθώριο της ιστορίας, αλλά αποτελεί μία από τις πιο σκοτεινές, σύνθετες και συναρπαστικές παρουσίες του βιβλίου.


Και ίσως έχει ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον το γεγονός ότι η σειρά του Παρνταγιάν δεν πέρασε απαρατήρητη ούτε από ορισμένους από τους σημαντικότερους Γάλλους διανοούμενους του 20ού αιώνα.


Ο Ζαν-Πολ Σαρτρ, όταν ήταν ακόμη παιδί, υπήρξε φανατικός αναγνώστης των περιπετειών του Παρνταγιάν. Στην αυτοβιογραφία του Les Mots (Οι Λέξεις) θυμάται χαρακτηριστικά πως η παιδική του φαντασία αιωρούνταν ανάμεσα στον μεγάλο τραγικό ποιητή Κορνέιγ και στον περιπλανώμενο ιππότη Παρνταγιάν. Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς καλύτερη συνύπαρξη: από τη μια η υψηλή λογοτεχνία και από την άλλη ένας ήρωας λαϊκού μυθιστορήματος που είχε καταφέρει να κατακτήσει τη φαντασία ενός μελλοντικού φιλοσόφου.


Αλλά δεν ήταν μόνο ο Σαρτρ. Και ο Αλμπέρ Καμύ αναφέρεται στον Παρνταγιάν στο ημιτελές αυτοβιογραφικό του μυθιστόρημα Le Premier Homme (Ο Πρώτος Άνθρωπος), στα κεφάλαια που αναφέρονται στα μαθητικά του χρόνια και στις Πέμπτες και τις διακοπές.


Έτσι, ένα βιβλίο που σήμερα μπορεί εύκολα να αντιμετωπιστεί ως ένα παλιό παιδικό ανάγνωσμα αποδεικνύεται ότι συνόδευσε τη φαντασία δύο από τις σημαντικότερες μορφές της γαλλικής σκέψης. Και αυτό, ομολογώ, κάνει την επιστροφή στον Παρνταγιάν ακόμη πιο ενδιαφέρουσα.


Και κάτι ακόμη ενδιαφέρον σχετικά με το όνομα του ήρωα. Ο Παρνταγιάν δεν είναι ένα εντελώς επινοημένο όνομα. Το Pardaillan ήταν πράγματι το όνομα μιας παλιάς γαλλικής οικογένειας από την περιοχή του Αρμανιάκ, αρκετά μέλη της οποίας διακρίθηκαν στην υπηρεσία των βασιλέων της Γαλλίας κατά τον 16ο και 17ο αιώνα.


Ανάμεσά τους υπήρξαν στρατιωτικοί και ευγενείς που έφτασαν σε υψηλά αξιώματα και συνδέθηκαν με τη γαλλική βασιλική αυλή. Η ιστορική αυτή οικογένεια, λοιπόν, προσφέρει ένα ακόμη ενδιαφέρον υπόβαθρο για τον ήρωα του Ζεβακό. Δεν σημαίνει ασφαλώς ότι ο μυθιστορηματικός Παρνταγιάν υπήρξε πραγματικά· ο Ζεβακό πλάθει τον δικό του ήρωα. Όμως η επιλογή ενός υπαρκτού γαλλικού οικογενειακού ονόματος προσδίδει στην ιστορία μια επιπλέον αίσθηση ιστορικής αυθεντικότητας.


Και κάπου εδώ η φαντασία συναντά την Ιστορία: ένας φανταστικός ιππότης με το όνομα μιας πραγματικής οικογένειας, σε μια πραγματική εποχή, ανάμεσα σε πραγματικούς βασιλιάδες, αυλικούς και συνωμότες.


Κι εδώ αποκαλύπτεται και ο λόγος για τον οποίο αποκάλεσα τον Παρνταγιάν «αναρχικό ιππότη». Όχι μόνο επειδή δεν αισθάνεται υποτελής κανενός και αρνείται να προσκυνήσει άρχοντες και βασιλιάδες, αλλά επειδή πιστεύει βαθιά ότι ο άνθρωπος πρέπει να στηρίζεται στις δικές του δυνάμεις και στη δική του συνείδηση. Ο ίδιος ο Παρνταγιάν το λέει με τρόπο χαρακτηριστικό: κανείς δεν μπορεί να τον βοηθήσει παρά μόνο ο ίδιος του ο εαυτός.


Και τότε αντιλαμβανόμαστε ότι ο Παρνταγιάν δεν είναι απλώς ένας μυθιστορηματικός ήρωας. Είναι, κατά κάποιον τρόπο, το λογοτεχνικό alter ego του ίδιου του δημιουργού του.


Ο Μιχαήλ Ζεβακό υπήρξε δημοσιογράφος, συγγραφέας αλλά και αναρχικός ακτιβιστής. Στα χρόνια της δράσης του, από το 1889 έως το 1900, συμμετείχε ενεργά στον αναρχικό χώρο και μέσα από τη δημοσιογραφία του επέκρινε τη χρήση της θρησκείας και της μοναρχίας ως μέσων επιβολής και περιορισμού της ελευθερίας και της αξιοπρέπειας του ανθρώπου. Ο αναρχισμός, στην περίπτωση του Ζεβακό, δεν είναι απλώς η άρνηση κάθε εξουσίας· είναι κυρίως η υπεράσπιση της ελευθερίας, της προσωπικής αξιοπρέπειας και της ανεξαρτησίας του ανθρώπου.


Και ίσως γι' αυτό ο Παρνταγιάν μοιάζει τόσο ζωντανός. Πίσω από το ξίφος, τις μονομαχίες και τις περιπέτειές του βρίσκεται μια πολύ συγκεκριμένη ιδέα: ο άνθρωπος δεν πρέπει να γονατίζει μπροστά σε κανέναν όταν αυτό σημαίνει ότι θα προδώσει τη συνείδησή του.


Κλείνοντας, θα έλεγα πως ο «Γενναίος Ιππότης Παρνταγιάν» είναι ένα από εκείνα τα βιβλία που αξίζει να ανακαλύψουμε ξανά. Έχει την ίδια μαγική δύναμη που είχαν για πολλούς από εμάς οι «Τρεις Σωματοφύλακες» του Δουμά: εκείνη την ικανότητα να σε παίρνει από την πρώτη σελίδα και να σε μεταφέρει σε έναν κόσμο όπου η περιπέτεια, η φιλία, η τιμή, ο έρωτας και η προδοσία συνυπάρχουν.


Ίσως σήμερα να τον γνωρίζουμε μέσα από μια παιδική ή νεανική διασκευή και να έχουμε χάσει αρκετά από το αρχικό έργο. Αυτό όμως δεν μειώνει τη δύναμή του. Γιατί ο Παρνταγιάν παραμένει ένας ήρωας που περιμένει να τον ανακαλύψουμε ξανά — και, όπως συμβαίνει με όλους τους πραγματικά μεγάλους ήρωες, ίσως να έχουμε περισσότερα να κερδίσουμε εμείς από εκείνον παρά εκείνος από εμάς.


Το προτείνω ανεπιφύλακτα.


Νικόλαος Παραστατίδης


Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2026

REVIEW: INFERNÄL MÄJESTY, None Shall Defy

 


INFERNÄL MÄJESTY, None Shall Defy (1987)


Roadrunner Records


Εξωτερικά γελάς, εσωτερικά ουρλιάζεις


Το περιεχόμενο αυτό κι αν είναι δαιμονικά άριστο, όσο cult κι αν είναι το artwork.


Σε μία εποχή που το Thrash Metal είχε ήδη αποκτήσει ταυτότητα, αυτοί οι πέντε Καναδοί, με έδρα το Βανκούβερ, στο ντεμπούτο τους αυτό το πήγαν ένα βήμα πιο πέρα. Πολύ πέρα, δηλαδή, από οτιδήποτε είχαν μέχρι τότε στο μυαλό τους οι Thrashers, αγγίζοντας τα άκρα στο ηχητικό αποτέλεσμα.


Εντάξει, από εξώφυλλο… δεν λέει πολλά, μη πω ότι βγάζει γέλιο η εικόνα του πράσινου βασιλιά-καλικάντζαρου! Τώρα, τότε ίσως να μην έβγαζε τόσο πολύ! Σκεφτείτε όλα τα splatter horror φιλμ των ’80s που, όταν ήμασταν μικρά παιδιά, μας τρομοκρατούσαν, πόσο γέλιο μας βγάζουν πλέον. Το ίδιο κι εδώ!


Overlord, Night of the Living Dead, S.O.S., None Shall Defy, Anthology of Death: το περιεχόμενο του δίσκου μέχρι σήμερα νοείται ως τυπικό δείγμα του Thrash ήχου, με επιρροές και ήχο γεμάτο Slayer, Overkill, Hallows Eve, Razor, Venom, με λίγο από Possessed και, φυσικά, τη δική τους ηχητική υπογραφή.


Ένα άλμπουμ-ορόσημο στο είδος του, όσο κλισέ κι αν ακούγεται η φράση.


English:



On the Outside You Laugh, on the Inside You Scream


The music itself is nothing short of devilishly brilliant, no matter how cult the artwork may be.


At a time when Thrash Metal had already established its identity, these five Canadians from Vancouver took things one step further with their debut. Much further, in fact, than anything Thrashers had imagined up to that point, pushing the sound to its extreme limits.


Okay, as for the cover… it doesn’t exactly say much. In fact, I might even say that the image of the green goblin king is downright laughable! Then again, perhaps it didn’t look quite so funny back then. Think of all those splatter horror films from the ’80s that terrified us when we were kids—how much they make us laugh today. The same goes for this one!


Overlord, Night of the Living Dead, S.O.S., None Shall Defy, Anthology of Death: the album’s material remains, to this day, a textbook example of the Thrash sound, packed with influences and a sonic character reminiscent of Slayer, Overkill, Hallows Eve, Razor and Venom, with a touch of Possessed and, of course, their own distinctive sonic signature.


A landmark album in its genre, as cliché as that phrase may sound.


Τάκης "Ε-Μortal One" Γιώτης 


REVIEW: ZERO ILLUSIONS – Oblivion

 


ZERO ILLUSIONS – Oblivion (2011)


ZI Production


“Oblivion” is the second release by Swedish outfit ZERO ILLUSIONS, a record that situates itself at the intersection of traditional heavy metal and modern, grooveoriented production, with occasional hardrock inflections that broaden its textural palette. It does not claim to reinvent contemporary metal, but it delivers a fresh, sincere performance that feels convincing from the first listen.


Musically, the album travels familiar roads: riffs that echo the classic ’80s school, rhythm sections with modern weight, and bridges/solos that bring a hardrock flexibility to the overall timbre. This hybrid approach explains its often polarising effect on listeners with different expectations: fans of strictly “oldschool” sounds tend to reject it, while those more accustomed to modern productions welcome it.


Beyond style, what distinguishes ZERO ILLUSIONS on “Oblivion” is the sense of cohesion and technical competence: the songs are tightly structured, the performances are clean, and the band clearly commands the language of the genre. There is also a palpable, almost tangible passion for playing this kind of music—something that transfers to the listener and works in the record’s favour.


The release carries the ZI Production imprint, indicating either selfproduction or an independent production entity around the group—a model increasingly common for bands seeking control over sound and scheduling. As the band’s second official release, “Oblivion” also functions as a statement of maturation: it confirms that the group is not experimenting at random, but building on a recognisable sonic footprint.



Sincerity over novelty: The album does not try to reinvent the wheel; it focuses on making a familiar formula sound honest and wellcrafted.


Performance density: The “tight” delivery and technical proficiency keep interest high, even when the patterns are familiar.


Accessible, not flat: Hardrock touches and groove elements add variety without dissolving the heavy, metallic core.


If you know in advance what kind of metal you are about to hear here—namely traditional heavy with modern/groove colours—“Oblivion” offers an honest, enjoyable, and wellexecuted experience.


Nick Parastatidis


Ultra-Violence Release New Visualizer for “All My Life”

 


Italian modern metal band Ultra-Violence have released a new visualizer video for “All My Life,” the title track from their latest EP.


Formed in 2009 when its members were just 15 years old, the four-piece quickly gained attention for its energetic performances and technical approach, eventually signing with Candlelight/Spinefarm Records. Between 2013 and 2018, the band released three full-length albums and toured extensively across Europe, the UK and Japan, building an international following.


In 2020, Ultra-Violence parted ways with their label and continued as a fully independent band. Working with producer Joakim “Jolly” Karlsson, known for his work with Bad Omens, they began developing a new sound and artistic identity.


The band introduced this new era with the “Beyond” EP in 2021, which earned placements on several official Spotify playlists, including Adrenaline Workout, The Core, All New Metal and All New Rock. In 2022, they collaborated with Kellin Quinn of Sleeping With Sirens on a new version of “The Silence” and released a cover of Bring Me The Horizon’s “Dear Diary”.


Following a series of standalone singles, Ultra-Violence have now continued their evolution with “All My Life,” combining their modern metal direction with the raw intensity that characterized their earlier work.