Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2026

Ο Γενναίος Ιππότης Παρνταγιάν


Ο Αναρχικός Σωματοφύλακας… Για την ακρίβεια, Ιππότης.

Ναι, αναφέρομαι στον «Γενναίο Ιππότη Παρνταγιάν», την ελληνική παιδική/νεανική διασκευή του κλασικού ιστορικού και περιπετειώδους μυθιστορήματος Le Chevalier de Pardaillan του Γάλλου συγγραφέα Μιχαήλ Ζεβακό (Michel Zevaco, 1860–1918). Ένας ήρωας που, παρά τον τίτλο του και την εποχή στην οποία κινείται, κάθε άλλο παρά τυπικός «ιππότης» είναι.


Και βέβαια, το όνομα του ήρωα δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο. Παρνταγιάν· ένα όνομα που, τουλάχιστον στα δικά μου μάτια, παραπέμπει σχεδόν αυθόρμητα στον Ντ' Αρτανιάν. Μάλιστα, όταν παρήγγειλα το βιβλίο, για κάποιο λόγο διάβασα… «Νταρτανιάν» και χρειάστηκε να το ξαναδώ για να συνειδητοποιήσω ότι πρόκειται για τον Παρνταγιάν!


Η ομοιότητα, βέβαια, μάλλον δεν είναι τυχαία. Είναι δύσκολο να μην τη δει κανείς ως έναν μικρό φόρο τιμής στον κλασικό ήρωα του Αλέξανδρου Δουμά. Και οι δύο κινούνται σε έναν κόσμο ίντριγκας, μονομαχιών, πολιτικών συγκρούσεων και αδιάκοπης περιπέτειας, έχοντας ως κοινό στοιχείο έναν ήρωα που διαθέτει θάρρος, προσωπική ανεξαρτησία και έναν ιδιαίτερο κώδικα τιμής.


Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και το ιστορικό πλαίσιο του βιβλίου. Η ιστορία εκτυλίσσεται στη Γαλλία την εποχή των Θρησκευτικών Πολέμων (1562–1598), μιας μακράς και ιδιαίτερα βίαιης σύγκρουσης ανάμεσα στους Καθολικούς και τους Ουγενότους, όπως αποκαλούνταν οι Γάλλοι Προτεστάντες, κυρίως οπαδοί του Καλβινισμού. Οι θρησκευτικές διαφορές σύντομα μπλέχτηκαν με τις πολιτικές και δυναστικές αντιπαραθέσεις, οδηγώντας τη χώρα σε διαδοχικούς εμφύλιους πολέμους, σφαγές και πολιτικές ίντριγκες.


Το βιβλίο μάς μεταφέρει σε μια από τις πιο ταραγμένες στιγμές αυτής της περιόδου, λίγο πριν από τη Νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου, στις 24 Αυγούστου 1572, όταν το Παρίσι έγινε το σκηνικό μιας από τις πιο φρικτές θρησκευτικές σφαγές της ευρωπαϊκής ιστορίας. Η δολοφονία πολλών Ουγενότων, που ακολούθησε τον γάμο του Προτεστάντη Ερρίκου της Ναβάρας με τη Μαργαρίτα των Βαλουά, αποτέλεσε την κορύφωση ενός κλίματος φόβου, καχυποψίας και πολιτικής συνωμοσίας.


Μέσα σε αυτό το σκηνικό κινείται ο Παρνταγιάν: ένας ιππότης που βρίσκεται ανάμεσα σε βασιλιάδες, ευγενείς, θρησκευτικούς φανατικούς και συνωμότες, αλλά μοιάζει να υπακούει περισσότερο στον δικό του κώδικα τιμής και δικαιοσύνης παρά στις παρατάξεις της εποχής.


Είναι μια εποχή αντιφάσεων. Από τη μια, η Αναγέννηση, η ανακάλυψη του ανθρώπου, η αμφισβήτηση των παλιών βεβαιοτήτων και η σταδιακή απελευθέρωση του ανθρώπινου πνεύματος από τα δεσμά των δογμάτων. Από την άλλη, μια εποχή βίαιου θρησκευτικού φανατισμού και απόλυτου δογματισμού, όπου η διαφορετική πίστη μπορούσε να αποτελέσει λόγο για διωγμό, βασανισμό και θάνατο.


Ο Ζεβακό αποδίδει αυτή την αντίφαση με εξαιρετικό τρόπο. Χαρακτηριστική είναι η φράση του ότι «οι Γάλλοι ήταν περισσότερο δεισιδαίμονες παρά Χριστιανοί», αλλά και μια υπέροχη σκηνή με το άγαλμα του Ιπποκράτη, το οποίο μετατρέπεται σε άγαλμα αγίου. Δεν θα αποκαλύψω περισσότερα, γιατί πρόκειται για μια σκηνή που πραγματικά αξίζει να τη διαβάσει κανείς μέσα στο βιβλίο.


Και μέσα σε αυτόν τον κόσμο εμφανίζεται ο Παρνταγιάν. Ένας άνθρωπος βαθιά ανεξάρτητος, που διαθέτει τον δικό του κώδικα τιμής, υπερασπίζεται το δίκαιο και την αλήθεια, δεν υποτάσσεται σε δόγματα και δεν προσκυνά κανέναν άρχοντα ή βασιλιά. Έχει, ταυτόχρονα, εκείνον τον έντονο ρομαντισμό του ανθρώπου που επιλέγει να παραμείνει ελεύθερος, ακόμη κι όταν αυτό τον φέρνει αντιμέτωπο με τους ισχυρούς.


Και ίσως γι’ αυτό, για μένα, ο Παρνταγιάν είναι κάτι περισσότερο από ένας γενναίος ιππότης. Φαντάζει ως ο εκπρόσωπος της Αναγέννησης μέσα σε έναν κόσμο που ακόμη ασφυκτιά από τον Μεσαίωνα. Είναι ο άνθρωπος που αρνείται να δεχθεί την αλήθεια επειδή του την επέβαλαν και επιλέγει να σκέφτεται, να κρίνει και να πράττει με βάση τη δική του συνείδηση.


Και αν κάποιος θεωρήσει ότι πρόκειται απλώς για ένα παλιό παιδικό ή νεανικό ανάγνωσμα, μάλλον θα εκπλαγεί. Το βιβλίο έχει δράση, γρήγορο ρυθμό, μονομαχίες, ίντριγκες, προδοσίες και συνεχείς ανατροπές και, όσο προχωρά η ιστορία, κάθε άλλο παρά παιδικό μοιάζει.


Οι χαρακτήρες του, μάλιστα, είναι τέτοιοι που ακόμη και ο συγγραφέας του Game of Thrones θα μπορούσε να τους ζηλέψει. Και αν έπρεπε να ξεχωρίσω έναν, αυτός θα ήταν χωρίς δεύτερη σκέψη η Αικατερίνη των Μεδίκων. Μια γυναίκα που δεν βρίσκεται απλώς στο περιθώριο της ιστορίας, αλλά αποτελεί μία από τις πιο σκοτεινές, σύνθετες και συναρπαστικές παρουσίες του βιβλίου.


Και ίσως έχει ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον το γεγονός ότι η σειρά του Παρνταγιάν δεν πέρασε απαρατήρητη ούτε από ορισμένους από τους σημαντικότερους Γάλλους διανοούμενους του 20ού αιώνα.


Ο Ζαν-Πολ Σαρτρ, όταν ήταν ακόμη παιδί, υπήρξε φανατικός αναγνώστης των περιπετειών του Παρνταγιάν. Στην αυτοβιογραφία του Les Mots (Οι Λέξεις) θυμάται χαρακτηριστικά πως η παιδική του φαντασία αιωρούνταν ανάμεσα στον μεγάλο τραγικό ποιητή Κορνέιγ και στον περιπλανώμενο ιππότη Παρνταγιάν. Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς καλύτερη συνύπαρξη: από τη μια η υψηλή λογοτεχνία και από την άλλη ένας ήρωας λαϊκού μυθιστορήματος που είχε καταφέρει να κατακτήσει τη φαντασία ενός μελλοντικού φιλοσόφου.


Αλλά δεν ήταν μόνο ο Σαρτρ. Και ο Αλμπέρ Καμύ αναφέρεται στον Παρνταγιάν στο ημιτελές αυτοβιογραφικό του μυθιστόρημα Le Premier Homme (Ο Πρώτος Άνθρωπος), στα κεφάλαια που αναφέρονται στα μαθητικά του χρόνια και στις Πέμπτες και τις διακοπές.


Έτσι, ένα βιβλίο που σήμερα μπορεί εύκολα να αντιμετωπιστεί ως ένα παλιό παιδικό ανάγνωσμα αποδεικνύεται ότι συνόδευσε τη φαντασία δύο από τις σημαντικότερες μορφές της γαλλικής σκέψης. Και αυτό, ομολογώ, κάνει την επιστροφή στον Παρνταγιάν ακόμη πιο ενδιαφέρουσα.


Και κάτι ακόμη ενδιαφέρον σχετικά με το όνομα του ήρωα. Ο Παρνταγιάν δεν είναι ένα εντελώς επινοημένο όνομα. Το Pardaillan ήταν πράγματι το όνομα μιας παλιάς γαλλικής οικογένειας από την περιοχή του Αρμανιάκ, αρκετά μέλη της οποίας διακρίθηκαν στην υπηρεσία των βασιλέων της Γαλλίας κατά τον 16ο και 17ο αιώνα.


Ανάμεσά τους υπήρξαν στρατιωτικοί και ευγενείς που έφτασαν σε υψηλά αξιώματα και συνδέθηκαν με τη γαλλική βασιλική αυλή. Η ιστορική αυτή οικογένεια, λοιπόν, προσφέρει ένα ακόμη ενδιαφέρον υπόβαθρο για τον ήρωα του Ζεβακό. Δεν σημαίνει ασφαλώς ότι ο μυθιστορηματικός Παρνταγιάν υπήρξε πραγματικά· ο Ζεβακό πλάθει τον δικό του ήρωα. Όμως η επιλογή ενός υπαρκτού γαλλικού οικογενειακού ονόματος προσδίδει στην ιστορία μια επιπλέον αίσθηση ιστορικής αυθεντικότητας.


Και κάπου εδώ η φαντασία συναντά την Ιστορία: ένας φανταστικός ιππότης με το όνομα μιας πραγματικής οικογένειας, σε μια πραγματική εποχή, ανάμεσα σε πραγματικούς βασιλιάδες, αυλικούς και συνωμότες.


Κι εδώ αποκαλύπτεται και ο λόγος για τον οποίο αποκάλεσα τον Παρνταγιάν «αναρχικό ιππότη». Όχι μόνο επειδή δεν αισθάνεται υποτελής κανενός και αρνείται να προσκυνήσει άρχοντες και βασιλιάδες, αλλά επειδή πιστεύει βαθιά ότι ο άνθρωπος πρέπει να στηρίζεται στις δικές του δυνάμεις και στη δική του συνείδηση. Ο ίδιος ο Παρνταγιάν το λέει με τρόπο χαρακτηριστικό: κανείς δεν μπορεί να τον βοηθήσει παρά μόνο ο ίδιος του ο εαυτός.


Και τότε αντιλαμβανόμαστε ότι ο Παρνταγιάν δεν είναι απλώς ένας μυθιστορηματικός ήρωας. Είναι, κατά κάποιον τρόπο, το λογοτεχνικό alter ego του ίδιου του δημιουργού του.


Ο Μιχαήλ Ζεβακό υπήρξε δημοσιογράφος, συγγραφέας αλλά και αναρχικός ακτιβιστής. Στα χρόνια της δράσης του, από το 1889 έως το 1900, συμμετείχε ενεργά στον αναρχικό χώρο και μέσα από τη δημοσιογραφία του επέκρινε τη χρήση της θρησκείας και της μοναρχίας ως μέσων επιβολής και περιορισμού της ελευθερίας και της αξιοπρέπειας του ανθρώπου. Ο αναρχισμός, στην περίπτωση του Ζεβακό, δεν είναι απλώς η άρνηση κάθε εξουσίας· είναι κυρίως η υπεράσπιση της ελευθερίας, της προσωπικής αξιοπρέπειας και της ανεξαρτησίας του ανθρώπου.


Και ίσως γι' αυτό ο Παρνταγιάν μοιάζει τόσο ζωντανός. Πίσω από το ξίφος, τις μονομαχίες και τις περιπέτειές του βρίσκεται μια πολύ συγκεκριμένη ιδέα: ο άνθρωπος δεν πρέπει να γονατίζει μπροστά σε κανέναν όταν αυτό σημαίνει ότι θα προδώσει τη συνείδησή του.


Κλείνοντας, θα έλεγα πως ο «Γενναίος Ιππότης Παρνταγιάν» είναι ένα από εκείνα τα βιβλία που αξίζει να ανακαλύψουμε ξανά. Έχει την ίδια μαγική δύναμη που είχαν για πολλούς από εμάς οι «Τρεις Σωματοφύλακες» του Δουμά: εκείνη την ικανότητα να σε παίρνει από την πρώτη σελίδα και να σε μεταφέρει σε έναν κόσμο όπου η περιπέτεια, η φιλία, η τιμή, ο έρωτας και η προδοσία συνυπάρχουν.


Ίσως σήμερα να τον γνωρίζουμε μέσα από μια παιδική ή νεανική διασκευή και να έχουμε χάσει αρκετά από το αρχικό έργο. Αυτό όμως δεν μειώνει τη δύναμή του. Γιατί ο Παρνταγιάν παραμένει ένας ήρωας που περιμένει να τον ανακαλύψουμε ξανά — και, όπως συμβαίνει με όλους τους πραγματικά μεγάλους ήρωες, ίσως να έχουμε περισσότερα να κερδίσουμε εμείς από εκείνον παρά εκείνος από εμάς.


Το προτείνω ανεπιφύλακτα.


Νικόλαος Παραστατίδης


Δεν υπάρχουν σχόλια: