Δευτέρα 13 Απριλίου 2026

Black Metal: Επαναστατική έκφραση ή αντιδραστική στάση;

 


Τα τελευταία χρόνια, με αφορμή την ευρεία διάδοση οπτικοακουστικού υλικού στο διαδίκτυο, έχει αναζωπυρωθεί η συζήτηση γύρω από τη φύση της black metal σκηνής και τον βαθμό στον οποίο αυτή υπήρξε –ή εξακολουθεί να είναι– επαναστατική. Πρόκειται για ένα είδος που αναμφίβολα άφησε έντονο αποτύπωμα στη σύγχρονη μουσική ιστορία, τόσο αισθητικά όσο και ιδεολογικά. Ωστόσο, το ερώτημα παραμένει: ήταν πράγματι επαναστατικό ή απλώς αντιδραστικό;


Έχοντας μια πολυετή, έστω και ερασιτεχνική, ενασχόληση με το είδος, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το black metal υπήρξε περισσότερο μια μορφή αντίδρασης παρά μια γνήσια επανάσταση. Και η διάκριση αυτή δεν είναι απλώς λεκτική, αλλά ουσιαστική.


Η επανάσταση, ως έννοια, προϋποθέτει κάτι περισσότερο από την άρνηση. Προϋποθέτει την πρόταση. Έχει ως στόχο να αναδείξει τα κακώς κείμενα μιας κοινωνίας, να αφυπνίσει συνειδήσεις και, τελικά, να ωθήσει τον άνθρωπο προς μια διαδικασία αυτογνωσίας και αναζήτησης. Δεν αρκεί να καταγγέλλεις· χρειάζεται να ανοίγεις δρόμους σκέψης.


Σε αυτό το πλαίσιο, είναι εύλογο να αναρωτηθεί κανείς: κατάφερε το black metal να επιτελέσει έναν τέτοιο ρόλο;


Η απάντηση, κατά τη γνώμη μου, είναι σε μεγάλο βαθμό αρνητική, με ορισμένες –αξιοσημείωτες αλλά περιορισμένες– εξαιρέσεις. Αντί να λειτουργήσει ως όχημα συνειδητοποίησης, συχνά εγκλωβίστηκε σε μια αισθητική και ιδεολογική υπερβολή, που περισσότερο στόχευε στο σοκ παρά στον ουσιαστικό προβληματισμό.


Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της σκηνής υπήρξε το έντονο αντιχριστιανικό μένος. Αναμφίβολα, η κριτική προς τον Χριστιανισμό –όπως και προς κάθε θεσμική εξουσία– μπορεί να είναι απολύτως θεμιτή, ιδιαίτερα αν λάβουμε υπόψη ιστορικά γεγονότα και πρακτικές που έχουν στιγματίσει την πορεία του. Ωστόσο, το πλαίσιο μέσα στο οποίο αναπτύχθηκε αυτή η κριτική έχει σημασία.


Τα περισσότερα συγκροτήματα της black metal σκηνής προέρχονταν από χώρες της Σκανδιναβίας και της Δυτικής Ευρώπης, κοινωνίες που ήδη απολάμβαναν δημοκρατικά δικαιώματα και ανεξιθρησκία. Σε τέτοια περιβάλλοντα, η ελεύθερη έκφραση –ακόμη και η βλάσφημη– δεν συνεπάγεται τις ίδιες συνέπειες που θα είχε σε θεοκρατικά ή αυταρχικά καθεστώτα.


Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Νίκου Καζαντζάκη, ενός συγγραφέα που βρέθηκε αντιμέτωπος με έντονη κατακραυγή και ουσιαστικό αφορισμό από την Εκκλησία για το έργο και τις ιδέες του. Η σύγκριση αυτή αναδεικνύει ότι η πραγματική σύγκρουση με τη θρησκευτική εξουσία, όταν συνοδεύεται από προσωπικό κόστος, αποκτά διαφορετικό βάρος από μια προκλητική στάση που εκδηλώνεται σε περιβάλλοντα πλήρους ελευθερίας.


Ακόμη πιο προβληματική υπήρξε η μετάβαση από τη ρητορική στη δράση, όπως στην περίπτωση των εμπρησμών εκκλησιών στη Νορβηγία τη δεκαετία του ’90. Πέρα από το ότι πρόκειται για ξεκάθαρα εγκληματικές ενέργειες, γεννάται το ερώτημα: σε τι διαφέρει μια τέτοια πράξη, σε επίπεδο νοοτροπίας, από τη Νύχτα των Κρυστάλλων, όπου στοχοποιήθηκαν και καταστράφηκαν θρησκευτικοί χώροι στο όνομα μιας ιδεολογίας; Η βία απέναντι σε σύμβολα πίστης, ανεξαρτήτως κατεύθυνσης, δεν παύει να εκφράζει την ίδια λογική επιβολής και μισαλλοδοξίας.


Πέρα από αυτό, η ίδια η ιδεολογία που προέκυψε μέσα από μεγάλο μέρος της σκηνής μοιάζει περισσότερο συντηρητική παρά ανατρεπτική. Η εξύμνηση της δύναμης, του ατομισμού, της κυριαρχίας και μιας ελιτίστικης αντίληψης περί «ανώτερου» καλλιτέχνη δεν συνιστά πρόοδο, αλλά αναπαραγωγή δομών που η ίδια η σκηνή υποτίθεται ότι πολεμούσε.


Σε αρκετές περιπτώσεις, η θεματολογία κινήθηκε γύρω από έννοιες όπως η περιφρόνηση προς την ανθρωπότητα, η αποθέωση της σκληρότητας και μια σχεδόν μηδενιστική προσέγγιση της ύπαρξης. Αντί να ενθαρρύνει την κατανόηση και την αναζήτηση, καλλιέργησε μια μορφή αποξένωσης που δύσκολα μπορεί να χαρακτηριστεί δημιουργική.


Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι δεν ήταν λίγα τα συγκροτήματα ή τα πρόσωπα της σκηνής που φλέρταραν –άμεσα ή έμμεσα– με ακραίες ιδεολογίες, συμπεριλαμβανομένων φασιστικών ή ναζιστικών στοιχείων. Αν και αυτό δεν αφορά το σύνολο του χώρου, αποτελεί ένα φαινόμενο που δεν μπορεί να αγνοηθεί, καθώς ενισχύει την άποψη ότι η «αντισυστημικότητα» του black metal δεν είχε πάντοτε σαφή ηθικό ή κοινωνικό προσανατολισμό.


Τελικά, ίσως το black metal να εκφράζει περισσότερο μια εφηβική μορφή αντίδρασης: έντονη, θορυβώδης, συχνά γοητευτική, αλλά όχι απαραίτητα ώριμη ή παραγωγική. Μια αντίδραση που έλκεται από τη δύναμη και την επιβολή, παρά από αξίες όπως η ελευθερία, η δημοκρατία και η συλλογική πρόοδος.


Αυτό, βέβαια, δεν αναιρεί την καλλιτεχνική αξία πολλών έργων του είδους, ούτε την προσωπική σημασία που μπορεί να έχει για τους ακροατές του. Όμως, αν επιχειρήσουμε να το αξιολογήσουμε ως κοινωνικό ή ιδεολογικό φαινόμενο, οφείλουμε να είμαστε ειλικρινείς: η επανάσταση απαιτεί κάτι περισσότερο από την άρνηση. Απαιτεί όραμα.


Νικόλαος Παραστατίδης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου